Κυριακή 13 Απριλίου 2008

ΣΧΕ∆ΙΟ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ ΤΟΥ Π.Ι

ΣΧΕ∆ΙΟ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΙ∆ΑΓΩΓΙΚΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ∆ΥΟ ΚΥΡΙΩΝ ΤΥΠΩΝ ΛΥΚΕΙΟΥ
9 Φεβρουαρίου 2005

Το παρόν σχέδιο εισήγησης κατατίθεται ως κείµενο εργασίας στο πλαίσιο του διαλόγου και της γενικότερης διαδικασίας που αποφασίσθηκε από το Συντονιστικό Συµβούλιο για τη διατύπωση γνώµης του Π.Ι. επί των θεµάτων που θέτει το ΓΥ 4230/30-6-2004 έγγραφο της κ. Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων. Αφορά στο θέµα «καθιέρωση δύο κύριων τύπων λυκείου» και είναι αποτέλεσµα συνεργασίας των µελών της ∆ιατµηµατικής Οµάδας Εργασίας που συγκροτήθηκε µε απόφαση του Συντονιστικού Συµβουλίου (πράξη 38/04) για να επεξεργασθεί το εν λόγω θέµα κα να ετοιµάσει σχετική έκθεση.
Τα µέλη της Οµάδας Εργασίας, µελέτησαν το θέµα, συνεργάσθηκαν, αντάλλαξαν απόψεις και επιχειρήµατα, συζήτησαν τις κρίσεις και τις απόψεις των συναδέλφων επί του πρώτου σχεδίου που κατετέθη για συζήτηση στις 25-1-05, µελέτησαν τη σχετική εισήγηση της οµάδας εργασίας που είχε συγκροτηθεί στο πλαίσιο του Τµήµατος Τ.Ε.Ε., τις σχετικές θέσεις-προτάσεις των Οµοσπονδιών των Εκπαιδευτικών (ΟΛΜΕ, ΟΛΤΕΕ) και κατά πλειοψηφία κατέληξαν στην παρούσα εισήγηση.
Α. Η ανώτερη ∆ευτεροβάθµια Εκπαίδευση στην Ελλάδα
Κρίνουµε σκόπιµο και χρήσιµο να κάνουµε µια πολύ σύντοµη αναφορά στις σηµαντικότερες µεταρρυθµιστικές παρεµβάσεις που έχουν γίνει στην ελληνική ανώτερη ∆ευτεροβάθµια Εκπαίδευση και που σχετίζονται µε το αντικείµενο της παρούσας µελέτης.
Η πρώτη µετά το Β' Παγκόσµιο Πόλεµο µεταρρυθµιστική τοµή επιχειρήθηκε το 1964 (νόµος 4397/1964) . Με τη µεταρρύθµιση αυτή θεσπίσθηκαν, µεταξύ άλλων, ο χωρισµός της ∆ευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης σε δύο τριετείς κύκλους (Γυµνάσιο και Λύκειο) και το Ακαδηµαϊκό Απολυτήριο µε ταυτόχρονη κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων για τα ΑΕΙ. Βασικός µεταρρυθµιστικός στόχος ήταν και η θέσπιση Τεχνικής και Επαγγελµατικής Εκπαίδευσης. Η µεταρρυθµιστική αυτή προσπάθεια διεκόπη λόγω της µη οµαλής πολιτικής κατάστασης (µετά το 1965) και της επιβολής το 1967 του δικτατορικού καθεστώτος. Συνεχίσθηκε δέκα και πλέον χρόνια αργότερα (νόµος 309/76 και 576/77) µε τη µεταρρύθµιση 1976-77 µε την οποία, µεταξύ άλλων, θεσµοθετήθηκαν η Τεχνική και Επαγγελµατική Εκπαίδευση ως ισότιµη µε τη Γενική Εκπαίδευση (ίδρυση ΤΕΣ, ΤΕΛ, εισαγωγή των µαθητών µε εισιτήριες εξετάσεις, πρόσβαση των αποφοίτων στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση κ.ά.) και οι Πανελλήνιες Εξετάσεις για την εισαγωγή στα ΑΕΙ. Θεσµοθετήθηκαν επίσης τα Κλασσικά Λύκεια.
Η δεύτερη µετά τη µεταπολίτευση µεταρρυθµιστική προσπάθεια έγινε το 1985 (νόµος 1566/85)ο οποίος σε πολλά σηµεία του ισχύει και σήµερα. Οι βασικότερες, σχετικά µε το αντικείµενο της µελέτης, αλλαγές που η µεταρρύθµιση αυτή επέφερε ήταν η κατάργηση των εισιτηρίων εξετάσεων για το Λύκειο, η αλλαγή στο σύστηµα των εξετάσεων για την εισαγωγή στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση (αντικατάσταση των Πανελληνίων Εξετάσεων από τις Γενικές Εξετάσεις µε ταυτόχρονο υπολογισµό της σχολικής επίδοσης των µαθητών σε όλες τις τάξεις του Λυκείου, κάτι που καταργήθηκε το 1988) και η ίδρυση του Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου µε σκοπό την οργανική σύνδεση της Γενικής και Επαγγελµατικής Εκπαίδευσης και την παροχή ευκαιριών σε όλους τους µαθητές νια τη σύµµετρη ανάπτυξη των ικανοτήτων και την καλλιέργεια των ενδιαφερόντων και δεξιοτήτων τους. Όλοι οι άλλοι τύποι Λυκείων διατηρήθηκαν και ήταν ισότιµοι µεταξύ τους.
Ακολούθησαν πολλοί νόµοι που ρύθµιζαν-µεταρρύθµιζαν θέµατα της Δευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης (1674/85, 1824/88, 1892/90, 1943/91, 2009/94....) όµως η τρίτη µετά τη µεταπολίτευση σηµαντική µεταρρυθµιστική παρέµβαση στη ∆ευτεροβάθµια Εκπαίδευση επιχειρήθηκε στο τέλος της δεκαετίας του 90 (νόµος 2525/97 και 2640/98). Οι σχετικές µε το εξεταζόµενο θέµα παρεµβάσεις που έγιναν ήταν, µεταξύ άλλων, η ίδρυση του Ενιαίου Λυκείου µε την ενσωµάτωση σε αυτό όλων των τύπων Λυκείου (Γενικών, ΤΕΛ, ΕΠΛ και Κλασσικών), η καθιέρωση του Απολυτηρίου του Ενιαίου Λυκείου για την εισαγωγή στα ΑΕΙ και ΤΕΙ και η ίδρυση των Τεχνικών Επαγγελµατικών Εκπαιδευτηρίων (ΤΕΕ) για τη χορήγηση πτυχίου επαγγελµατικής εκπαίδευσης ειδικότητας επιπέδου 2 και 3.
1 Οι νόµοι 2525/97, 2640/98 και 1566/85 καθορίζουν µέχρι και σήµερα το βασικό νοµοθετικό πλαίσιο της ∆ευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης (µετά το 2000 έγιναν ρυθµίσεις και αλλαγές σε επιµέρους θέµατα που σε κάποιες περιπτώσεις διαφοροποίησαν βασικά χαρακτηριστικά του θεσµικού πλαισίου που καθόρισε ο νόµος 2525/97).
Σκοπός του Ενιαίου Λυκείου είναι:
α) η παροχή γενικής παιδείας υψηλού επιπέδου,
β) η ανάπτυξη των ικανοτήτων, της πρωτοβουλίας, της δηµιουργικότητας και της κριτικής σκέψης των µαθητών,
γ) η προσφορά στους µαθητές των απαραίτητων γνώσεων και εφοδίων για τη συνέχιση των σπουδών τους στην επόµενη εκπαιδευτική βαθµίδα και
δ) η καλλιέργεια, στους µαθητές δεξιοτήτων που θα τους διευκολύνουν την πρόσβαση, ύστερα από περαιτέρω εξειδίκευση ή κατάρτιση, στην αγορά εργασίας.
Σκοπός του Τ.Ε.Ε. είναι ο συνδυασµός της γενικής παιδείας µε την εξειδικευµένη τεχνική και επαγγελµατική γνώση, µε σκοπό την επαγγελµατική ένταξη στην αγορά εργασίας.
Στο Ενιαίο Λύκειο οι µαθητές της Α' τάξης παρακολουθούν κοινά για όλους µαθήµατα γενικής παιδείας, ενώ στη Β' και τη Γ' τάξη παρακολουθούν αφενός κοινά µαθήµατα γενικής παιδείας και αφετέρου µαθήµατα κατεύθυνσης. Επίσης, σε κάθε τάξη επιλέγουν και ένα µάθηµα επιλογής.
Στα ΤΕΕ η φοίτηση οργανώνεται σε δύο κύκλους. Ο Α' κύκλος διαρκεί δύο έτη και ο Β' κύκλος ένα έτος. Οι µαθητές των ΤΕΕ σε όλα τα έτη σπουδών παρακολουθούν τόσο µαθήµατα γενικής παιδείας όσο και µαθήµατα ειδικότητας. Οι απόφοιτοι του Α' κύκλου αποκτούν πτυχίο επαγγελµατικής εκπαίδευσης ειδικότητας επιπέδου 2 και µπορούν να ενταχθούν στην αγορά εργασίας ή να εγγραφούν, εφόσον το επιθυµούν, στο Β' κύκλο. Οι απόφοιτοι του Β' κύκλου αποκτούν πτυχίο επαγγελµατικής εκπαίδευσης ειδικότητας επιπέδου 3 και µπορούν να ενταχθούν στην αγορά εργασίας ή να συµµετάσχουν στις ειδικές εξετάσεις για να συνεχίσουν τις σπουδές τους στα Τ.Ε.Ι.
Εκτός από τα ηµερήσια Ενιαία Λύκεια και ΤΕΕ, λειτουργούν επίσης εσπερινά, στα οποία οι σπουδές οργανώνονται σε τέσσερα έτη φοίτησης. Τέλος, έχουν θεσµοθετηθεί και λειτουργούν Μουσικά και Εκκλησιαστικά Λύκεια.
Οι µαθητές µε αναπηρίες (ΑΜΕΑ) και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες φοιτούν στα Ενιαία Λύκεια Ειδικής Αγωγής και στα ΤΕΕ Α' και Β' βαθµίδας Ειδικής Αγωγής, καθώς και στα Τµήµατα Ένταξης Ειδικής Αγωγής στο Ενιαίο Λύκειο και τα ΤΕΕ και στα Εργαστήρια Ειδικής Επαγγελµατικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΕΕΕΕΚ) (Ν. 2817/2000).
Β. Τα Εκπαιδευτικά Συστήµατα των χωρών της Ε.Ε. και οι κοινοί Ευρωπαϊκοί στόχοι
Από τη µελέτη των συστηµάτων ανώτερης ∆ευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης των χωρών-µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κυρίως σε ό,τι αφορά τη δοµή τους και τις παραµέτρους που σχετίζονται µε το αντικείµενο της παρούσας µελέτης, προκύπτουν, µεταξύ άλλων, τα ακόλουθα χρήσιµα συµπεράσµατα:
σε όλες τις χώρες υπάρχουν περισσότεροι του ενός τύποι σχολείων ανώτερης
∆ευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης στις περισσότερες χώρες υπάρχουν τριετούς φοίτησης επαγγελµατικά σχολεία ανώτερης ∆ευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης που οδηγούν στην απόκτηση πτυχίου επαγγελµατικής εκπαίδευσης ειδικότητας επιπέδου 3
στις περισσότερες των περιπτώσεων, η απόλυση από το Λύκειο και η πρόσβαση
στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση δεν είναι αποδεσµευµένες
στις περισσότερες χώρες προσφέρεται ως δυνατότητα η πρόσβαση από τα επαγγελµατικά σχολεία στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση
στις περισσότερες χώρες τα ποσοστά των µαθητών που επιλέγουν να φοιτήσουν στην
Επαγγελµατική Εκπαίδευση κυµαίνονται µεταξύ 40% (Φινλανδία) και 78% (Γερµανία)
2 η γενική παιδεία συνδυάζεται, σε µεγαλύτερο ή µικρότερο βαθµό, µε παροχή γνώσεων που διασφαλίζουν αποτελεσµατική σύνδεση µε την Τριτοβάθµια Εκπαίδευση σε όλες τις χώρες προβλέπεται η εκπαιδευτική ένταξη των µαθητών ΑΜΕΑ και µαθητών µε ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες (Mainstreaming).
Η µελέτη της ευρωπαϊκής πραγµατικότητας κρίναµε ότι ήταν αναγκαία, χρήσιµη και σκόπιµη, όχι φυσικά για την αναζήτηση «προς υιοθέτηση» ή τη µηχανιστική µεταφορά κάποιου ιδανικού µοντέλου, αλλά για τη διερεύνηση πιθανών τάσεων στα θέµατα που σχετίζονται µε το αντικείµενο της παρούσας µελέτης. Η εφαρµογή, εξάλλου, αλλά και οι προσεγγίσεις, διαφέρουν από χώρα σε χώρα και επηρεάζονται από πλήθος παραγόντων και από τις ιδιαίτερες για κάθε χώρα κοινωνικές, οικονοµικές, πολιτικές και πολιτισµικές συνθήκες.
Θεωρήσαµε, επίσης, αναγκαίο να µελετήσουµε τους κοινούς στόχους για την εκπαίδευση που έχουν τεθεί από τις χώρες-µέλη της Ε.Ε. ώστε οι προτάσεις µας να εναρµονίζονται µε αυτούς. Οι στόχοι για το έτος 2010 όπως διατυπώνονται στην έκθεση «Οι συγκεκριµένοι µελλοντικοί στόχοι των Συστηµάτων Εκπαίδευσης και Κατάρτισης» που ενέκρινε το Συµβούλιο Υπουργών το 2001 είναι επιγραµµατικά οι ακόλουθοι:
Στόχος 1: Βελτίωση της ποιότητας των Συστηµάτων Εκπαίδευσης και Κατάρτισης
1.1. Βελτίωση της ποιότητας εκπαιδευτικών και εκπαιδευτών
1.2. Ανάπτυξη δεξιοτήτων για την κοινωνία της γνώσης
1.3. Εξασφάλιση της πρόσβασης όλων στις Τεχνολογίες της Πληροφορίας και
της Επικοινωνίας (ΤΠΕ)
1.4. Αύξηση της προσέλευσης στις επιστηµονικές και τεχνολογικές σπουδές
1.5. Βέλτιστη χρήση των πόρων
Στόχος 2: ∆ιευκόλυνση της πρόσβασης όλων στην εκπαίδευση και την κατάρτιση
2.1. Ανοικτό περιβάλλον µάθησης
2.2. Ελκυστικότερη µάθηση
2.3. Προώθηση της ενεργοποίησης του πολίτη, της ισότητας των ευκαιριών και της κοινωνικής συνοχής
Στόχος 3: Άνοιγµα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης στον κόσµο
3.1. Ενίσχυση των δεσµών µε τον κόσµο της εργασίας και την έρευνα, καθώς και µε την ευρύτερη κοινωνία
3.2. Ανάπτυξη του επιχειρηµατικού πνεύµατος
3.3. Βελτίωση της εκµάθησης ξένων γλωσσών
3.4. Αύξηση της κινητικότητας και των ανταλλαγών
3.5. Ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνεργασίας.
Επίσης, τα «Επίπεδα αναφοράς µέσων ευρωπαϊκών επιδόσεων στην Εκπαίδευση και Κατάρτιση» όπως καθορίσθηκαν το 2003 από το Συµβούλιο Υπουργών είναι επιγραµµατικά τα ακόλουθα:
Μέχρι το 2010, ο ευρωπαϊκός µέσος όρος στο δείκτη που αφορά την πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου, θα. πρέπει να µην υπερβαίνει το 10%
Μέχρι το 2010, ο συνολικός αριθµός αποφοίτων από σχολές Μαθηµατικών, Φυσικών και Τεχνολογίας θα πρέπει να αυξηθεί τουλάχιστον κατά 15%, ενώ ταυτόχρονα να µειωθεί και η διαφορά αριθµού αποφοίτων µε βάση το φύλο
Μέχρι το 2010, θα πρέπει τουλάχιστον το 85% των ευρωπαίων νέων ηλικίας 22 ετών να έχει ολοκληρώσει το δεύτερο κύκλο της ∆ευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης (Γενικό ή
Επαγγελµατικό Λύκειο)
Μέχρι το 2010, θα. πρέπει να. µειωθεί τουλάχιστον κατά 20% το ποσοστό των ευρωπαίων νέων ηλικίας 15 ετών που έχουν χαµηλή επίδοση στην ικανότητα κατανόησης κειµένου
3 Μέχρι το 2010, το µέσο ευρωπαϊκό ποσοστό συµµετοχής στη δια βίου µάθηση, πρέπει να είναι τουλάχιστον 12,5% του ενήλικου ενεργού πληθυσµού (25-64).
Γ. Στάθµιση αναγκών για αλλαγές στην ανώτερη ∆ευτεροβάθµια
Εκπαίδευση Η Οµάδα Εργασίας προκειµένου να διερευνήσει την ανάγκη δηµιουργίας δύο κυρ τύπων Λυκείου προχώρησε στην εκτίµηση της κατάστασης στην ελληνική ∆ευτεροβάθµια Εκπαίδευση, καταγράφοντας και αξιολογώντας προβλήµατα που έχουν ανακύψει. Η εκτίµηση αυτή στηρίχθηκε κυρίως στις εµπειρίες και τη γνώση των µελών της Οµάδας Εργασίας. Το έλλειµµα σε σχετική επιστηµονική έρευνα για το ελληνικό Εκπαιδευτικό Σύστηµα είναι διαπιστωµένο. Οι µεµονωµένες προσπάθειες που γίνονται από έλληνες ερευνητές, δεν καλύπτουν τις ανάγκες και φυσικά δε λύνουν πρόβληµα. ∆εν είναι εποµένως εύκολο να τεθούν σε επιστηµονική βάση οι προσπάθειες µεταρρυθµιστικών παρεµβάσεων που επιχειρούνται για µια ακόµη φορά στην ελληνική ∆ευτεροβάθµια Εκπαίδευση.
Ως σηµαντικό πρόβληµα του Ενιαίου Λυκείου επισηµάνθηκε από τα περισσότερα µέλη της Οµάδας Εργασίας η επιβάρυνση των µαθητών ήδη από τη Β' τάξη µε πληθώρα εξετάσεων, οι οποίες καταλήγουν να ενισχύουν την παραπαιδεία και να αφαιρούν από την εκπαιδευτική αυτή βαθµίδα την παιδευτική της αυτοτέλεια. Καθώς οι µαθητές προσανατολίζονται από πολύ νωρίς στην αγωνιώδη επιδίωξη της ειδικής και τυποποιηµένης γνώσης για την εισαγωγή στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση, απαξιώνουν κατά κανόνα όσα µαθήµατα γενικής παιδείας δεν υπηρετούν τη σκοπιµότητα της επιτυχίας στις εισιτήριες εξετάσεις. Είναι υπερβολικός άραγε ο ισχυρισµός ότι το Ενιαίο Λύκειο προσοµοιάζει περισσότερο µε «κέντρο διεκπεραίωσης εξεταστικών διαδικασιών» παρά µε «οργανισµό µάθησης»; Μήπως δεν είναι υπερβολικός αλλά αντιθέτως το πρόβληµα είναι ακόµη πιο σοβαρό; Μήπως το Ενιαίο Λύκειο δε µπορεί ανταποκριθεί ικανοποιητικά ούτε ως κέντρο προετοιµασίας για τις εξετάσεις εισαγωγής στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση; Πώς αλλιώς µπορεί να ερµηνευθεί το αναµφισβήτητο γεγονός ότι η παραπαιδεία έχει καταστεί ανάγκη;
Σε ό,τι αφορά τα Τεχνικά Επαγγελµατικά Εκπαιδευτήρια, ως σηµαντικό πρόβληµα επισηµάνθηκε η όξυνση του χρόνιου προβλήµατος της κοινωνικής απαξίωσης της Επαγγελµατικής Εκπαίδευσης. Συνέπεια της απαξίωσης αυτής είναι να προσελκύουν τα ΤΕΕ αισθητά µικρότερο αριθµό µαθητών από ό,τι τα Ενιαία Λύκεια, φαινόµενο που έρχεται σε αντίθεση µε τα δεδοµένα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Επί πλέον, η πλειονότητα των µαθητών που επιλέγουν να φοιτήσουν στα ΤΕΕ χαρακτηρίζεται από χαµηλές σχολικές επιδόσεις, πολλές φορές δε από έλλειψη βασικών-στοιχειωδών γνώσεων. Ως σηµαντικά επίσης προβλήµατα των ΤΕΕ επισηµάνθηκαν τα ακόλουθα:
οι προσφερόµενες ειδικότητες καθορίσθηκαν και σχεδιάσθηκαν χωρίς την επιβαλλόµενη τεκµηρίωση, µε συνέπεια, σε πολλές περιπτώσεις, να µην ανταποκρίνονται σε πραγµατικές ανάγκες της αγοράς εργασίας επικαλύψεις αντί συνάρθρωση µε το Σύστηµα Κατάρτισης (ΙΕΚ)
µεγάλος αριθµός τοµέων και ειδικοτήτων µε συνέπεια η ∆ευτεροβάθµια Επαγγελµατική Εκπαίδευση να έχει αποκτήσει χαρακτήρα επαγγελµατικής κατάρτισης πολύ περιορισµένη και µη συστηµατική σύνδεση µε την αγορά εργασίας
µη κατοχύρωση επαγγελµατικών δικαιωµάτων
σύστηµα εισαγωγής στα ΤΕΙ µε πολλά προβλήµατα
Εκτός των ανωτέρω, επισηµάνθηκαν προβλήµατα που ταλανίζουν και τους δύο τύπους σχολείων της ανώτερης ∆ευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης όπως, η πληθώρα της διδακτέας ύλης και η διάκριση της από την εξεταστέα, η αναχρονιστική διδακτική µεθοδολογία η οποία κατά κανόνα δίνει έµφαση στην αποµνηµόνευση και στη µηχανιστική εφαρµογή αλγοριθµικών διαδικασιών αντί να εστιάζει στην ανάδειξη του νοήµατος και της αξίας των εννοιών, των ιδεών, των µεθόδων, των θεωρηµάτων, των ιστορικών στοιχείων κ.τ.λ., η ελλιπής εφαρµογή των µέτρων της πολιτείας για την ενίσχυση των µαθητών µε χαµηλές σχολικές επιδόσεις, καθώς και για την παροχή ίσων ευκαιριών µάθησης στους µαθητές µε µαθησιακές δυσκολίες.
4
∆. Προτεινόµενες αλλαγές
Με βάση τις παραπάνω διαπιστώσεις και εκτιµήσεις, η Οµάδα Εργασίας κατέληξε στο
συµπέρασµα ότι είναι αναγκαίο να γίνουν αλλαγές και παρεµβάσεις στην κατεύθυνση,
α) ενίσχυσης της παιδευτικής αυτοτέλειας και του µορφωτικού χαρακτήρα του Λυκείου
β) αναβάθµισης της Επαγγελµατικής Εκπαίδευσης.
Είναι αυτονόητο ότι της λήψης µέτρων (ρυθµίσεων, µεταρρυθµίσεων κ.τ.λ.), πρέπει να
προηγείται ανάλυση των αιτίων που προκαλούν το πρόβληµα ή τα προβλήµατα που επιδιώκεται να λυθούν. Αν εποµένως επιδιώκεται,
α) η ανάδειξη του Λυκείου σε οργανισµό µάθησης µε παιδευτική αυτοτέλεια και
β) η ουσιαστική αναβάθµιση της Επαγγελµατικής Εκπαίδευσης,
πρέπει να αναζητηθούν τα αίτια που έχουν οδηγήσει στην υποβάθµιση του µορφωτικού χαρακτήρα του Λυκείου και στην υποβάθµιση-απαξίωση της Επαγγελµατικής Εκπαίδευσης.
Όµως, «γενικά, δεν είναι δυνατόν να µιλά. κανείς για αιτιώδεις σχέσεις στην εκπαίδευση» (D. Hopf & Π. ∆. Ξωχέλλης, 2003). Πράγµατι, τα θέµατα εκπαίδευσης δεν είναι προσδιοριστικά-ντετερµινιστικά αλλά στοχαστικά, µε την έννοια του πολυσύνθετου και του περιορισµένου της γνώσης των αιτίων που προκαλούν το αποτέλεσµα.
Παρόλα αυτά, δύσκολα µπορεί να αµφισβητηθεί η εκτίµηση ότι το σύστηµα εισαγωγής στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση (στις διάφορες µέχρι σήµερα εκδοχές του) λειτούργησε και λειτουργεί ανασταλτικά σε κάθε προσπάθεια ενίσχυσης του µορφωτικού χαρακτήρα και της παιδευτικής αυτοτέλειας του Λυκείου και αναδείχτηκε έτσι σε ένα από τα κύρια αίτια που υπονοµεύουν και πλήττουν τη λειτουργία του Λυκείου ως αυτόνοµης εκπαιδευτικής βαθµίδας. «Αποσύνδεση»
5
βέβαια και «αποδέσµευση» του Λυκείου από το σύστηµα εισαγωγής στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση δε µπορεί αλλά και δεν πρέπει να γίνει αφού η ανώτερη ∆ευτεροβάθµια Εκπαίδευση είναι η εκπαιδευτική βαθµίδα που «εφάπτεται» της Τριτοβάθµιας Εκπαίδευσης και οφείλει µεταξύ άλλων να προσφέρει στους µαθητές «...τις απαραίτητες γνώσεις και εφόδια για τη συνέχιση των σπουδών τους στην επόµενη εκπαιδευτική βαθµίδα» (Ν. 2525/98). Μπορεί, όµως και πρέπει να µην ετεροπροσδιορίζεται (όπως συµβαίνει σήµερα) από το σύστηµα εισαγωγής στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση αλλά να προσφέρει «...τις απαραίτητες γνώσεις και εφόδια για τη συνέχιση των σπουδών τους στην επόµενη εκπαιδευτική βαθµίδα» ως µέρος µιας ευρύτερης, ολοκληρωµένης και ισόρροπης παιδείας και εκπαίδευσης. Επίσης, πιθανή «αποδέσµευση» του Λυκείου από την υποχρέωση να προσφέρει στους µαθητές «...τις απαραίτητες γνώσεις και εφόδια για τη συνέχιση των σπουδών τους στην επόµενη εκπαιδευτική βαθµίδα» και απόκτηση αυτών των «γνώσεων και εφοδίων» σε κάποιο µεταλυκειακό ή κάποιο προπαρασκευαστικό έτος είναι πολύ πιθανόν να οξύνει το πρόβληµα της απαξίωσης του Λυκείου παρά να το αµβλύνει. Η άρση εποµένως του συγκεκριµένου αιτίου πρέπει να γίνει µε την ενίσχυση των ποιοτικών χαρακτηριστικών του Λυκείου ώστε να προσφέρει ολοκληρωµένη παιδεία και εκπαίδευση η οποία ταυτόχρονα θα καλύπτει και τις πραγµατικές ανάγκες των µαθητών για τη συµµετοχή τους στη διαδικασία εισαγωγής στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση και όχι στην κατεύθυνση της «αποδέσµευσης» του Λυκείου από αυτή την υποχρέωση.
Σε ότι αφορά τα Τεχνικά Επαγγελµατικά Εκπαιδευτήρια, η Οµάδα Εργασίας εκτιµά ότι µεταξύ των κύριων αιτίων που προκαλούν την απαξίωση και την υποβάθµιση τους, είναι η αστοχία στη δοµή τους (δυο επαγγελµατικά πτυχία ειδικότητας σε τρία έτη σπουδών), η αστοχία - σε πολλές περιπτώσεις - στον καθορισµό των προσφερόµενων ειδικοτήτων και το έλλειµµα στην προσφερόµενη γενική παιδεία.
Υπό το πρίσµα των παραπάνω επισηµάνσεων, η Οµάδα Εργασίας εκτιµά ότι η θέσπιση δύο τύπων Λυκείου, του Γενικού και του Επαγγελµατικού µπορεί να συµβάλει στην άρση των αιτίων που προκαλούν τα προβλήµατα που επισηµάνθηκαν και επιδιώκεται να αντιµετωπισθούν. Όµως, «οποιαδήποτε εκπαιδευτική αλλαγή είναι εγγενώς, ενδηµικά και αναπόδραστα µη γραµµική...» (Fullan, 1993) και εποµένως, και οι συγκεκριµένες αλλαγές µπορούν να αποδώσουν µόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα γίνουν παράλληλες και συντονισµένες-συνεκτικές παρεµβάσεις σε πολλά σηµεία του συστήµατος και ιδιαιτέρως σε αυτά που επηρεάζουν καθοριστικά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του. Γράφουν σχετικά οι Hopf & Ξωχέλλης (2003): "δεν µπορεί να αποτελεί στόχο η αποσπασµατική µεταρρύθµιση επιµέρους πτυχών του εκπαιδευτικού συστήµατος χωρίς σφαιρική αντιµετώπιση των υπό υλοποίηση ρυθµίσεων".
1. Αλλαγές στη δοµή της ανώτερης ∆ευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης Γενικό Λύκειο
Το Γενικό Λύκειο απευθύνεται στους αποφοίτους του Γυµνασίου (συµπεριλαµβανοµένων και των ΑΜΕΑ) που πρωτίστως επιθυµούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση. Η φοίτηση στο Γενικό Λύκειο οργανώνεται σε τρία έτη-τάξεις. Οι δύο πρώτες τάξεις προτείνεται να προσφέρουν κοινά για όλους τους µαθητές µαθήµατα γενικής παιδείας. Με τη ρύθµιση αυτή επιδιώκεται η ενίσχυση του µορφωτικού χαρακτήρα του Λυκείου µέσω της ισότιµης αντιµετώπισης όλων των µαθηµάτων από τους µαθητές. Επίσης, µέσα από προσεκτικά σχεδιασµένα µαθήµατα επιλογής (δύο δίωρα στην Α' τάξη. δύο δίωρα στη Β' τάξη και ένα δίωρο στη Γ' τάξη) που προκαλούν το ενδιαφέρον των µαθητών και τους προσφέρουν ευκαιρίες να καλλιεργήσουν τις κλίσεις και τα ταλέντα τους, επιδιώκεται η δηµιουργία επιπλέον κινήτρων για µάθηση, προβληµατισµό, αναζήτηση και δηµιουργικότητα.
Το σύνολο των εβδοµαδιαίων διδακτικών ωρών στις Α' και Β' τάξεις του Γενικού Λυκείου προτείνεται να ανέρχεται σε 35, από τις οποίες τα κοινά υποχρεωτικά µαθήµατα και στις δύο τάξεις να καλύπτουν τις 31 ώρες. Ο αριθµός των 35 ωρών υπαγορεύεται από την ανάγκη να ενισχυθεί η γενική παιδεία των µαθητών µε µαθήµατα που ως τώρα διδάσκονταν στη Γ' τάξη, δεδοµένου ότι στις δύο πρώτες τάξεις του Γενικού Λυκείου θα µεταβιβασθεί ουσιαστικά το βάρος της παροχής υψηλού επιπέδου γενικής παιδείας, που αποτελεί βασικό σκοπό αυτού του τύπου Λυκείου. Η επιβάρυνση αυτή του ωρολογίου προγράµµατος των µαθητών σε σχέση µε το ωράριο που ισχύει σήµερα, δε µπορεί να θεωρηθεί υπερβολική, αν ληφθούν υπόψη και τα αντίστοιχα δεδοµένα των περισσοτέρων ευρωπαϊκών εκπαιδευτικών συστηµάτων. Παρόλα αυτά, το µέτρο αυτό θα δικαιωθεί µόνο αν γίνει πολύ προσεκτική επιλογή των µαθηµάτων γενικής 6 παιδείας που θα προσφέρονται και κυρίως, αν η διαδικασία µάθησης, το διδακτικό υλικό, το περιεχόµενο των µαθηµάτων και η γενική παιδαγωγική αντίληψη επαναπροσδιορισθούν και προσανατολισθούν στην κατεύθυνση ανάδειξης, µε προφανή για τους µαθητές τρόπο και αβίαστα, της αξίας της γνώσης για τη µελλοντική τους σταδιοδροµία και την ολόπλευρη
ανάπτυξη τους. Στην κατεύθυνση, δηλαδή, δηµιουργίας κινήτρων για µάθηση. Μόνο αν η γνώση αναδεικνύεται ως ανάγκη και δεν προβάλλει ως καταναγκασµός οι µαθητές θα αγαπήσουν τη µάθηση και το Λύκειο θα αποκτήσει µορφωτικό χαρακτήρα και θα εξελιχθεί σε οργανισµό µάθησης.
Στη Γ' τάξη του Γενικού Λυκείου οι µαθητές προτείνεται να ακολουθούν µία από τις ακόλουθες τρεις γνωστικές κατευθύνσεις:
Α. Ανθρωπιστικών Σπουδών
Β. Θετικών και Τεχνολογικών Σπουδών
Γ. Οικονοµικών και Κοινωνικών Σπουδών
Η ενοποίηση της Θετικής και της Τεχνολογικής κατεύθυνσης σε µία έχει το πλεονέκτηµα ότι αίρει στρεβλώσεις και αδικίες του ισχύοντος σήµερα συστήµατος, όπως π.χ. το γεγονός ότι υποψήφιοι ορισµένων θετικών σχολών δεν αποκτούν τα αναγκαία εφόδια για τη συνέχιση των σπουδών τους στη σχολή που επιλέγουν να φοιτήσουν. Κυρίως, όµως, η ενοποίηση αυτή υπηρετεί την ανάγκη να δοθούν στους µαθητές ευκαιρίες να αποκτήσουν γνώσεις και ικανότητες µεθοδολογικού χαρακτήρα που άπτονται συγγενών-συνδεόµενων γνωστικών αντικειµένων, ώστε η γνώση να µην κατακερµατίζεται και κυρίως να µην περιχαρακώνεται τεχνητά. Το µέτρο αυτό συµβάλλει επίσης στην άµβλυνση του προβλήµατος που δηµιουργεί η επιλογή κατεύθυνσης, σε σχέση µε την ανάγκη παροχής (και στην Γ' τάξη) της ευρύτερης δυνατής γενικής και σφαιρικής παιδείας. Η δηµιουργία ειδικής γνωστικής κατεύθυνσης για τις οικονοµικές και τις κοινωνικές σπουδές, απαντά στις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας και της οικονοµίας για αναβάθµιση των κοινωνικών και οικονοµικών σπουδών, και ταυτόχρονα αίρει στρεβλώσεις και αδικίες του ισχύοντος συστήµατος εισαγωγής στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση.
Οι εβδοµαδιαίες ώρες διδασκαλίας σε όλες τις κατευθύνσεις της Γ' τάξης προτείνεται να ανέρχονται σε 31 και να κατανέµονται ως εξής: Έντεκα (11) ώρες για έξι υποχρεωτικά µαθήµατα γενικής παιδείας, δεκαοχτώ (18) ώρες για τέσσερα υποχρεωτικά µαθήµατα κατεύθυνσης και δύο (2) ώρες για ένα µάθηµα το οποίο οι µαθητές θα επιλέγουν από ένα σύνολο µαθηµάτων επιλογής. Η κατανοµή αυτή προτείνεται να συνδυασθεί µε το σύστηµα εισαγωγής στην Τριτοβάθµια εκπαίδευση ως εξής: Οι µαθητές να εξετάζονται πανελλαδικά σε έξι µαθήµατα (σε δύο γενικής παιδείας και στα τέσσερα της κατεύθυνσης που έχουν επιλέξει). Τα µαθήµατα γενικής παιδείας που θα εξετάζονται πανελλαδικά θα πρέπει να διευρύνουν την παιδεία και τη µόρφωση των µαθητών και όχι να είναι και αυτά στενά προσανατολισµένα στην αντίστοιχη κατεύθυνση. Για παράδειγµα, οι µαθητές που έχουν επιλέξει την κατεύθυνση Ανθρωπιστικών Σπουδών να εξετάζονται π.χ. στα Μαθηµατικά και των Θετικών και Τεχνολογικών Σπουδών π.χ. στην Ιστορία. Όλοι οι µαθητές θα πρέπει να εξετάζονται στη Νεοελληνική Γλώσσα. Αυτό το µέτρο, σε συνδυασµό µε το γεγονός ότι τα πανελλαδικώς εξεταζόµενα µαθήµατα αντιστοιχούν σε 24 -25 από τις 31 διδακτικές ώρες της Γ' τάξης, συµβάλλει στην ισότιµη αντιµετώπιση όλων των µαθηµάτων και στην Γ' τάξη παρότι η τάξη αυτή είναι, αναπόφευκτα, κυρίως τάξη προετοιµασίας για την επόµενη εκπαιδευτική βαθµίδα.
Στην κατεύθυνση περιορισµού των αρνητικών επιπτώσεων που απορρέουν από την
αναπόφευκτη αλληλεπίδραση της ανώτερης ∆ευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης και του συστήµατος εισαγωγής στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση, προτείνονται επιπλέον τα ακόλουθα µέτρα:
Για την εισαγωγή στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση, να συνυπολογίζεται (σε µικρό ποσοστό) η επίδοση των µαθητών και στις τρεις τάξεις
Η βαθµολογία και στις τρεις τάξεις, εκτός των µαθητών ειδικών κατηγοριών, να
διαµορφώνεται µε προσαρµογή του προφορικού στο γραπτό βαθµό µε µέγιστη απόκλιση τρεις µονάδες
Η προαγωγή από την Α' στη Β' τάξη και από τη Β' στη Γ' να γίνεται µε ουσιαστικές
διαδικασίες αξιολόγησης
Στην Α' και στη Β' τάξη όλα τα µαθήµατα, συµπεριλαµβανοµένων και των µαθηµάτων επιλογής, να συµµετέχουν µε ίδιο βάρος στη διαµόρφωση της βαθµολογίας.
7
Επίσης, η ουσιαστική συµµετοχή µελών του Π.Ι. στην Κεντρική Επιτροπή Γενικών Εξετάσεων
(δηλαδή, και στις υποεπιτροπές «θεµατοδοτών») θα συµβάλει στον καθορισµό θεµάτων που δε θα βρίσκονται σε δυσαρµονία και αναντιστοιχία µε το πλαίσιο του σχολικού προγράµµατος. Αν τα θέµατα των εισαγωγικών εξετάσεων δεν «κινούνται» στο πνεύµα της τυποποιηµένης και εξεζητηµένης γνώσης που προσφέρεται έξω από το σχολείο, αλλά είναι συναφή και συνεπή προς το σχολικό πρόγραµµα τα οφέλη στην κατεύθυνση ενίσχυσης του µορφωτικού χαρακτήρα του Λυκείου και της µείωσης της ανάγκης για αναζήτηση «βοήθειας» έξω από το σχολείο, θα είναι πολλά και σηµαντικά.
Στον πίνακα που ακολουθεί φαίνεται η κατανοµή των διδακτικών ωρών στις διάφορες κατηγορίες µαθηµάτων του Γενικού Λυκείου.
ΓΕΝΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ
Α' ΤΑΞΗ ΩΡΕΣ
ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙ∆ΕΙΑΣ 31
ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ
Όλα τα µαθήµατα επιλογής είναι δίωρα και οι µαθητές επιλέγουν 2
4
ΣΥΝΟΛΟ 35
Β' ΤΑΞΗ ΩΡΕΣ
ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙ∆ΕΙΑΣ 31
ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ
Όλα τα µαθήµατα επιλογής είναι δίωρα και οι µαθητές επιλέγουν 2
4
ΣΥΝΟΛΟ 35
Γ' ΤΑΞΗ ΩΡΕΣ
ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙ∆ΕΙΑΣ
Το σύνολο των µαθηµάτων θα είναι 6
11
ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ
Το σύνολο των µαθηµάτων ανά κατεύθυνση θα είναι 4
18
ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ
Όλα τα µαθήµατα επιλογής είναι δίωρα και κοινά για. όλες τις
κατευθύνσεις. Οι µαθητές επιλέγουν 1
2
ΣΥΝΟΛΟ 31
Ανάλογη διάρθρωση του Ωρολογίου Προγράµµατος προτείνεται και για τα Εσπερινά Γενικά
Λύκεια, των οποίων όµως η διάρκεια θα εκτείνεται σε τέσσερα διδακτικά έτη.
Τα Ενιαία Λύκεια Ειδικής Αγωγής προτείνεται να µετονοµασθούν σε Γενικά Λύκεια Ειδικής
Αγωγής µε ανάλογες προσαρµογές.
Προϋποθέσεις για την απόδοση των προτεινόµενων µέτρων-αλλαγών
Για να αποδώσουν οι προτεινόµενες αλλαγές τα αναµενόµενα, σε σχέση µε τον επιδιωκόµενο στόχο αποτελέσµατα, πρέπει, παράλληλα, να γίνουν αλλαγές στα Προγράµµατα Σπουδών και στο διδακτικό υλικό και να αναθεωρηθούν οι διδακτικές προσεγγίσεις προς την κατεύθυνση που περιγράφεται στη συνέχεια. Πρέπει, επίσης να ληφθούν όλα τα συµπληρωµατικά µέτρα που αναφέρονται, επίσης, στη συνέχεια (βλ. Ενότητα Ε).
Επαγγελµατικό Λύκειο (ΕΠΑΛ)
Το Επαγγελµατικό Λύκειο απευθύνεται στους αποφοίτους του Γυµνασίου
(συµπεριλαµβανοµένων και των ΑΜΕΑ) που πρωτίστως επιθυµούν να αποκτήσουν
επαγγελµατικές δεξιότητες επιπέδου 3 και να ενταχθούν µετά την αποφοίτηση τους στην αγορά εργασίας. Για το λόγο αυτό πρέπει να διασφαλίζει επαρκή επαγγελµατική εκπαίδευση. Αν το επαγγελµατικό σχολείο δεν ανταποκρίνεται σε αυτή την αποστολή, δύσκολα µπορεί να τεκµηριωθεί και να δικαιωθεί η ύπαρξη του. Τα µηνύµατα των καιρών (συνεχώς µεταβαλλόµενο εργασιακό περιβάλλον, γρήγορη εξέλιξη – ανανέωση - απαξίωση της τεχνολογίας κλπ.)
επηρεάζουν και πρέπει να λαµβάνονται πολύ σοβαρά υπόψη στο σχεδιασµό της δοµής και των προγραµµάτων σπουδών καθώς και στην επιλογή των διδακτικών προσεγγίσεων που πρέπει να εφαρµόζονται και του εκπαιδευτικού υλικού που πρέπει να χρησιµοποιείται στο επαγγελµατικό σχολείο. Όµως, πρέπει να είµαστε πολύ προσεκτικοί τόσο στις σχετικές διαπιστώσεις µας όσο και στα συµπεράσµατα µας, ώστε άκριτες υπεραπλουστεύσεις να µη µας οδηγούν σε οµιχλώδεις, ασαφείς, αντιφατικές και εν τέλει αλυσιτελείς προτάσεις και επιλογές. Το επαγγελµατικό σχολείο ∆ευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης, δεν είναι ΑΕΙ ή ΤΕΙ ούτε ερευνητικό κέντρο, στο πρόγραµµα του οποίου αντανακλώνται άµεσα τα νέα κάθε φορά ευρήµατα και επιτεύγµατα της επιστήµης και της τεχνολογίας. Καλύπτει συγκεκριµένου επιπέδου ανάγκες και σε αυτές πρέπει να ανταποκρίνεται. Βεβαίως πρέπει να ανταποκρίνεται και στα µηνύµατα των καιρών και να εφοδιάζει τους µαθητές µε όλα τα αναγκαία εφόδια που θα τους επιτρέπουν να επανεκπαιδεύονται και να καταρτίζονται δια βίου και αποτελεσµατικά. Κατάλληλα σχεδιασµένη δοµή, προσεκτικά καθορισµένοι τοµείς και µελετηµένα προγράµµατα σπουδών µπορούν να προσφέρουν στους µαθητές µοντέρνα επαγγελµατική εκπαίδευση που θα δίνει έµφαση στη σύζευξη της γενικής και ειδικής γνώσης, στην απόκτηση θεµελιώδους και στερεής επαγγελµατικής γνώσης και θα καλλιεργεί ικανότητες αυτο-µάθησης. ∆ηλαδή, σε ένα κόσµο που αλλάζει, το επαγγελµατικό σχολείο µπορεί και πρέπει να αναζητεί και να προσφέρει αφενός σταθερές και αφετέρου ικανότητες αυτο-µάθησης. Λάθη του παρελθόντος όπως αυτά που έγιναν µε τη θεσµοθέτηση των ΤΕΛ (ελλιπής επαγγελµατική εκπαίδευση) ή µε τη θεσµοθέτηση των ΤΕΕ (ελλιπής γενική παιδεία και επίπεδο 3 ως συνέχεια του 2) δεν πρέπει να επαναληφθούν.
Υπό το πρίσµα των παραπάνω, για το ΕΠΑΛ η Οµάδα Εργασίας προτείνει τα ακόλουθα:
Οι σπουδές στο ΕΠΑΛ οργανώνονται σε τρία σχολικά έτη και οδηγούν στην απόκτηση Επαγγελµατικού Πτυχίου Ειδικότητας επιπέδου 3 ή στην απόκτηση Απολυτηρίου Επαγγελµατικού Λυκείου. Στις δύο πρώτες τάξεις οι µαθητές παρακολουθούν αφενός κοινά µαθήµατα γενικής παιδείας και αφετέρου µαθήµατα ειδικότητας (διαφορετικά ανά τοµέα ειδίκευσης). Στη Γ' τάξη λειτουργούν Τµήµατα Ειδικότητας και Τµήµατα Κατευθύνσεων (Θετικών και Τεχνολογικών Σπουδών και Οικονοµικών και Κοινωνικών Σπουδών).
Ειδικότερα:
Οι µαθητές που επιθυµούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση θα φοιτούν στα Τµήµατα Κατευθύνσεων και θα αποκτούν Απολυτήριο Επαγγελµατικού Λυκείου ισότιµο µε αυτό του Γενικού Λυκείου, ενώ όσοι επιθυµούν να αποκτήσουν Επαγγελµατικό Πτυχίο Ειδικότητας επιπέδου 3 θα φοιτούν σε Τµήµα Ειδικότητας. Στα Τµήµατα Κατευθύνσεων θα διδάσκονται τα αντίστοιχα ανά κατεύθυνση υποχρεωτικά µαθήµατα του Γενικού Λυκείου. Η δυνατότητα πρόσβασης στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση εκτιµάται ότι θα συµβάλει στην κοινωνική καταξίωση του ΕΠΑΛ και στην ενίσχυση της αυτοτέλειας του ως σχολείο ανώτερης ∆ευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης καθόλα ισότιµο µε το Γενικό Λύκειο.
Το Ωρολόγιο Πρόγραµµα του ΕΠΑΛ προτείνεται να είναι σε όλες τις τάξεις 35 ώρες
εβδοµαδιαίως, ώστε να εξασφαλίζεται στο µεγαλύτερο δυνατό βαθµό ο επιτυχής
συνδυασµός παροχής γενικής παιδείας, προσανατολισµένης στα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και τις δεξιότητες των µαθητών του, και επαγγελµατικής εκπαίδευσης στην αντίστοιχη ειδικότητα. Για την επίτευξη αυτού του στόχου η Οµάδα Εργασίας προτείνει την εξής
αναλογία µεταξύ των διδακτικών ωρών των µαθηµάτων γενικής παιδείας και των
µαθηµάτων ειδικότητας ανά τάξη: στην Α' τάξη τα 2/3 του συνόλου των ωρών
διδασκαλίας να αντιστοιχούν σε µαθήµατα γενικής παιδείας και το 1/3 σε µαθήµατα
ειδικότητας, ενώ στις Β' και Γ' τάξεις τα 2/3 των ωρών διδασκαλίας να αντιστοιχούν σε µαθήµατα ειδικότητας και το 1/3 σε µαθήµατα γενικής παιδείας. Για τους µαθητές που επιλέγουν στην Γ' τάξη Τµήµα Κατεύθυνσης και όχι Τµήµα Ειδικότητας, το πρόγραµµα θα είναι ίδιο µε αυτό της Γ' τάξης του Γενικού Λυκείου.
Όσοι απόφοιτοι Τµήµατος Κατεύθυνσης της Γ' τάξης επιθυµούν να αποκτήσουν
επαγγελµατικές δεξιότητες επιπέδου 3, πρέπει να φοιτήσουν εκ νέου στη Γ' τάξη σε Τµήµα
Ειδικότητας.
9
Όσοι απόφοιτοι Τµήµατος Ειδικότητας επιθυµούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στα ΑΕΙ, πρέπει να φοιτήσουν εκ νέου στη Γ' τάξη σε Τµήµα κατεύθυνσης. Όµως, αν επιθυµούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στα ΤΕΙ, µπορούν να συµµετάσχουν σε ειδικές εισαγωγικές εξετάσεις που θα οργανώνονται για το σκοπό αυτό.
Για τα εσπερινά ΕΠΑΛ θα ισχύει η ίδια διάρθρωση του Ωρολογίου Προγράµµατος, µε
διάρκεια φοίτησης τέσσερα έτη.
Ανάλογες προσαρµογές προτείνεται να γίνουν στα επαγγελµατικά σχολεία Ειδικής Αγωγής.
Επαγγελµατικές Σχολές (ΕΠΑΣ)
Η Οµάδα Εργασίας, προβληµατίστηκε για τη δυνατότητα επαρκούς εκπαίδευσης όσων µαθητών επιθυµούν να αποκτήσουν επαγγελµατικές δεξιότητες επιπέδου 2 και προτείνει να δηµιουργηθούν Επαγγελµατικές Σχολές. η φοίτηση στις οποίες θα ολοκληρώνεται σε δύο έτη µε εβδοµαδιαίο ωρολόγιο πρόγραµµα 35 ωρών. Ο προσανατολισµός των σπουδών στις ΕΠΑΣ πρέπει να αποβλέπει στην ενίσχυση κυρίως των πρακτικών δεξιοτήτων των µαθητών σε αντιδιαστολή προς το ΕΠΑΛ, όπου οι πρακτικές δεξιότητες πρέπει να έχουν ισχυρότερη θεωρητική υποστήριξη. Στους αποφοίτους των ΕΠΑΣ προτείνεται να δοθεί η δυνατότητα εγγραφής στη Β' τάξη του ΕΠΑΛ, εφόσον επιθυµούν να αποκτήσουν επαγγελµατικές δεξιότητες και πτυχίο επιπέδου 3. Η πρόταση για την ίδρυση αυτών των σχολών υπήρξε αποτέλεσµα της αναγνώρισης της ανάγκης να µη στερηθούν τη δυνατότητα άµεσης επαγγελµατικής ειδίκευσης και εισόδου στην αγορά εργασίας νέοι οι οποίοι για διαφόρους λόγους δεν επιθυµούν ή δεν αισθάνονται ικανοί να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους στο Λύκειο. Οι σχολές αυτές πρέπει να είναι ενταγµένες στο εκπαιδευτικό σύστηµα και να λειτουργούν παράλληλα µε τα ΕΠΑΛ.
Προϋποθέσεις για την απόδοση των προτεινόµενων µέτρων-αλλαγών
Για να αποδώσουν οι προτεινόµενες αλλαγές τα αναµενόµενα, σε σχέση µε τον επιδιωκόµενο στόχο, αποτελέσµατα, πρέπει, παράλληλα, να γίνουν αλλαγές στα Προγράµµατα Σπουδών και στο διδακτικό υλικό και να αναθεωρηθούν οι διδακτικές προσεγγίσεις στην κατεύθυνση που περιγράφεται στη συνέχεια. Πρέπει, επίσης να ληφθούν όλα τα συµπληρωµατικά µέτρα που αναφέρονται, επίσης, στη συνέχεια (βλ. Ενότητα Ε).
Πέραν, όµως, των παράλληλων αλλαγών που πρέπει να γίνουν και των υποστηρικτικών µέτρων που πρέπει να ληφθούν, για να συµβάλλουν οι προτεινόµενες δοµικές αλλαγές στην επίτευξη του επιδιωκόµενου στόχου που είναι η αναβάθµιση της ∆ευτεροβάθµιας Επαγγελµατικής Εκπαίδευσης, πρέπει να καθορισθούν µε ιδιαίτερη προσοχή οι τοµείς και οι ειδικότητες που θα προσφέρονται. Η ουσιαστική αναβάθµιση της Επαγγελµατικής Εκπαίδευσης προϋποθέτει ' συνειδητή επιλογή της εκ µέρους των µαθητών. Αυτό µπορεί να συµβεί µόνο αν προσφέρεται επαγγελµατικό πτυχίο µε αντίκρισµα στην αγορά εργασίας που εξασφαλίζει δηλαδή επαγγελµατική αποκατάσταση. Αν οι προσφερόµενες ειδικότητες δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της αγοράς εργασίας είναι βέβαιο ότι οι µαθητές θα επιλέγουν το Επαγγελµατικό σχολείο και πάλι συνειδητά αλλά... ως εναλλακτική οδό για την απόκτηση απολυτηρίου Λυκείου.
Αστοχίες, εποµένως, στον καθορισµό των τοµέων και των ειδικοτήτων υπονοµεύουν τις αλλαγές στις δοµές κάνοντας ακόµη και θετικά χαρακτηριστικά (π.χ. Λυκειακός χαρακτήρας) να λειτουργούν αρνητικά.
2. Αλλαγές στα Προγράµµατα Σπουδών, στο ∆ιδακτικό Υλικό και στις
∆ιδακτικές Προσεγγίσεις
Η απόδοση των προτεινόµενων µέτρων τόσο για το Γενικό Λύκειο όσο και για το Επαγγελµατικό Λύκειο είναι βέβαιο ότι σε πολύ µεγάλο βαθµό θα κριθεί στο πεδίο του «τι» και «πώς» θα διδάσκεται. Επιβάλλεται, εποµένως, επαναπροσδιορισµός και αναθεώρηση επιλογών, πρακτικών και αντιλήψεων σχετικά µε τα διδασκόµενα µαθήµατα, το περιεχόµενο τους, το διδακτικό υλικό και τις διδακτικές προσεγγίσεις. Ειδικότερα, σε ότι αφορά:
Το Γενικό Λύκειο
Τα µαθήµατα (υποχρεωτικά και επιλογής) πρέπει να επιλεγούν µε ιδιαίτερη προσοχή. Πέραν των Μαθηµατικών, της Γλώσσας, κλπ, πρέπει να εισαχθούν µαθήµατα που βοηθούν στη σύνθεση και στην ολοκλήρωση της γνώσης όπως π.χ. Εφαρµογές Πληροφορικής. Επίσης, µέσα από όλα τα µαθήµατα θα πρέπει να αναδεικνύεται η αλληλεπίδραση και η σύνδεση τους. Αν αυτό 10 επιτευχθεί, θα συµβάλει κατά πολύ στην «ισότιµη» αντιµετώπιση όλων των µαθηµάτων από
τους µαθητές και θα βοηθήσει στην άρση του διαχωρισµού των µαθηµάτων σε «κύρια» και «δευτερεύοντα». Ειδικότερα, τα µαθήµατα επιλογής δεν πρέπει να στοχεύουν στην «εξειδίκευση» (π.χ. προχωρηµένα Μαθηµατικά) αλλά στην ανάδειξη και την καλλιέργεια των κλίσεων, των ταλέντων και των ενδιαφερόντων των µαθητών.
Σε ότι αφορά το περιεχόµενο (την ύλη) πρέπει να περιορισθεί δραστικά στα σηµαντικά, τα θεµελιώδη και τα παιδαγωγικά γόνιµα ώστε να υπάρχει ο αναγκαίος χρόνος για την κατανόηση και την εµπέδωση των εννοιών και κυρίως την ανάδειξη της αξίας της γνώσης. ∆ηλαδή, πρέπει να επιδιωχθεί µείωση της έκτασης και αύξηση της «έντασης» (του βάθους). Επιπλέον, τα µαθήµατα της Α' και Β' τάξης πρέπει να σχεδιασθούν έτσι ώστε να µην συνδέονται «ευθέως» και «στενά» µε µαθήµατα κατεύθυνσης της Γ' τάξης αλλά να συνδέονται και να αλληλεπιδρούν στο
µέγιστο δυνατό βαθµό µε τα υπόλοιπα µαθήµατα της ίδιας τάξης (της Α' και Β' αντίστοιχα). Για παράδειγµα, όχι µαθήµατα του τύπου Πιθανότητες Ι στη Β' τάξη και Πιθανότητες II στη Γ' τάξη.
Οι διδακτικές προσεγγίσεις πρέπει να µην περιορίζονται και να µην εξαντλούνται στη
«µετωπική» δασκαλοκεντρική διδασκαλία. Πολύ προσεκτικά και αναλόγως του µαθήµατος, του ειδικού θέµατος (ενότητας ή έννοιας), της τάξης, των µαθητών κλπ πρέπει να αναζητείται η προσφορότερη κατά περίπτωση µέθοδος (ενεργητική-βιωµατική, διερευνητική, project, οµαδοσυνεργατική κ.λπ.).
Σε ό,τι αφορά το εκπαιδευτικό υλικό, µαθητές και εκπαιδευτικοί πρέπει να έχουν πρόσβαση σε ποικίλες πηγές γνώσης και πληροφόρησης που διευκολύνουν την ανάπτυξη πρωτοβουλίας, τον πειραµατισµό, τη δηµιουργικότητα και την καλλιέργεια κριτικής σκέψης (έντυπο διδακτικό υλικό, τετράδια εργασίας, τετράδια εργαστηρίων, εκπαιδευτικό λογισµικό, web based περιβάλλοντα µάθησης κλπ). Το εκπαιδευτικό υλικό, δηλαδή, πρέπει να προκαλεί το ενδιαφέρον των µαθητών και να δηµιουργεί κίνητρα µάθησης.
Το Επαγγελµατικό Λύκειο
Το Ωρολόγιο Πρόγραµµα, το Πρόγραµµα Σπουδών, το διδακτικό υλικό και συνολικά η διαδικασία µάθησης στο Επαγγελµατικό Λύκειο, πρέπει να σχεδιασθούν έτσι, ώστε να βρίσκονται σε απόλυτη αντιστοιχία µε το προφίλ του αποφοίτου. ∆ηλαδή, τα µαθήµατα που επιλέγονται για να ενταχθούν στο Ωρολόγιο Πρόγραµµα, το Πρόγραµµα Σπουδών των µαθηµάτων και οι µέθοδοι διδασκαλίας και µάθησης που εφαρµόζονται, πρέπει να βρίσκονται σε απόλυτη συµβατότητα και συνέπεια µε το επαγγελµατικό πλαίσιο (context) που καθορίζει το προφίλ του αποφοίτου (τι επαγγελµατικά καθήκοντα του ανατίθενται, τι δυνατότητες πρόσβασης σε άλλες
βαθµίδες ή τύπους εκπαίδευσης και κατάρτισης έχει κτλ.). Τα µαθήµατα, εποµένως, του Ωρολογίου Προγράµµατος και το περιεχόµενο σπουδών, επιλέγονται µε κριτήριο να υπηρετούν το συγκεκριµένο προφίλ του αποφοίτου και µόνο. Οτιδήποτε (µαθήµατα κ.λπ.) δε µπορεί να περάσει από τον έλεγχο αυτό, δεν έχει θέση στο πρόγραµµα σπουδών του Επαγγελµατικού Λυκείου και πρέπει να παραµερίζεται.
Επίσης, το πρόγραµµα του ΕΠΑΛ πρέπει να είναι αποτέλεσµα σύνθεσης της γενικής και της ειδικής παιδείας. Μόνον έτσι δηµιουργούνται οι προϋποθέσεις για να αποτραπεί ο κίνδυνος παλινδρόµησης µεταξύ µιας ασπόνδυλης επαγγελµατικής κατάρτισης και µιας οµιχλώδους γενικής παιδείας ξένης προς την πραγµατική ζωή.
Σε ό,τι αφορά στις µεθόδους προσέγγισης της γνώσης, στο Επαγγελµατικό Λύκειο, πρέπει να επιδιώκεται η ανακάλυψη της γνώσης και η κατάκτηση των µορφωτικών αξιών από τον ίδιο το µαθητή µε βάση τις αρχές της δηµιουργικότητας, της πρωτοβουλίας, της συνεργασίας και της σύζευξης της θεωρίας µε την πράξη. Πρέπει να επιδιώκεται, επίσης, να οδηγείται ο µαθητής στις πρωτογενείς πηγές της γνώσης και να εφοδιάζεται µε την απαιτούµενη µεθοδολογία για την απόκτηση της µέσα από την πραγµατικότητα και τη ζωή. Γι' αυτό, στη διδακτική πράξη, πρέπει να δίνεται µεγάλη προτεραιότητα στις ενεργητικές και βιωµατικές µεθόδους µάθησης καθώς και στις αντίστοιχες τεχνικές, που κινητοποιούν το σύνολο των δυνάµεων του µαθητή και αναλόγως µε την ατοµικότητα και τις ιδιαίτερες κλίσεις του, τον οδηγούν στη ζητούµενη µάθηση. Ιδιαίτερο όφελος, από µια τέτοια προσέγγιση, αναµένεται για τους «αδύνατους» µαθητές αφού έχει αποδειχθεί ότι οι ενεργητικές µορφές µάθησης µπορούν να τους κινητοποιήσουν και να βελτιώσουν εντυπωσιακά τη στάση τους απέναντι στη µάθηση και στο σχολείο.
Με αυτή την παιδαγωγική αντίληψη πρέπει να σχεδιασθούν τόσο τα µαθήµατα γενικής παιδείας όσο και τα µαθήµατα ειδικότητας. Τα µαθήµατα γενικής παιδείας πρέπει να συνδέονται και να 11
συναρθρώνονται στο µέγιστο δυνατό βαθµό µε τα µαθήµατα ειδικότητας έτσι ώστε να αναδεικνύεται αβίαστα και µε φυσικό, για τους µαθητές, τρόπο, το νόηµα και η αξία των ιδεών, των εννοιών, των µεθόδων, των θεωριών, των ιστορικών στοιχείων, των θεωρηµάτων κτλ. που πραγµατεύονται. Πρέπει να επιδιώκεται, δηλαδή, η γενική παιδεία, να προκύπτει ως ανάγκη για την ολόπλευρη ανάπτυξη τους και την ένταξη τους στην κοινωνία ως υπεύθυνων και δηµιουργικών πολιτών µε ελεύθερη σκέψη και κρίση.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο διδασκαλίας και µάθησης, το σχολικό βιβλίο διαδραµατίζει νέο ρόλο, πολύ
διαφορετικό από αυτόν της βασικής (αν όχι αποκλειστικής) πηγής γνώσης και πληροφόρησης.
Εκπαιδευτικοί και µαθητές πρέπει να έχουν πρόσβαση σε ποικίλες πηγές γνώσης που βοηθούν
να αναπτύξει ο µαθητής πρωτοβουλία, δηµιουργικότητα και κριτική σκέψη. Στην κατεύθυνση αυτή. το Επαγγελµατικό Λύκειο, πρέπει να εισάγει τη χρήση και αξιοποίηση πολλών και ποικίλλων πηγών γνώσης, που συµπληρώνουν το σχολικό βιβλίο έτσι ώστε αυτό να κατέχει τη σωστή θέση στη µαθησιακή διαδικασία, δηλαδή να χρησιµοποιείται σαν µια από πολλές πηγές γνώσης και πληροφόρησης.
Στο πλαίσιο αυτής της παιδαγωγικής αντίληψης επιβάλλεται, επίσης, η συστηµατική αξιοποίηση κάθε ενδεικνυόµενου, κατά περίπτωση, µέσου που προσφέρει η εκπαιδευτική τεχνολογία. Η µεθοδική χρησιµοποίηση του εργαστηριακού εξοπλισµού αποτελεί επίσης απολύτως αναγκαία προϋπόθεση για την πραγµάτωση του σκοπού και τη δικαίωση της αποστολής του Επαγγελµατικού Λυκείου. Οι δραστηριότητες στα εργαστήρια, πέραν της επαλήθευσης της θεωρίας, στοχεύουν στο να µάθει ο µαθητής να αντιµετωπίζει συγκεκριµένα αυθεντικά προβλήµατα (της πράξης) µέσα στο εργαστήριο (ή στο συνεργείο).
Ε. Συµπληρωµατικά µέτρα
Η καθηµερινή διδακτική πράξη αποτελεί κρίσιµο-κοµβικό παράγοντα που επηρεάζει καθοριστικά την ποιότητα του εκπαιδευτικού αποτελέσµατος. Στην κατεύθυνση αυτή, η Οµάδα Εργασίας προτείνει τα ακόλουθα µέτρα:
Μείωση του αριθµού των µαθητών ανά τµήµα
Το µεγάλο µέγεθος των τµηµάτων έχει αρνητικές επιπτώσεις στην µαθησιακή διαδικασία.
∆ηµιουργεί, επίσης, ανυπέρβλητα εµπόδια σε κάθε προσπάθεια εφαρµογής ενεργητικών
µεθόδων διδασκαλίας και µάθησης. Ο αριθµός των µαθητών ανά τµήµα δεν θα πρέπει να είναι µεγαλύτερος του 25 για το Γενικό Λύκειο, του 20 για το ΕΠΑΛ και για τα Τµήµατα Κατεύθυνσης του Γενικού Λυκείου και του 10 ανά καθηγητή στα εργαστήρια (ΕΠΑΛ και Γενικού Λυκείου).
Έγκαιρη κάλυψη των αναγκών σε διδακτικό προσωπικό
Η µη έγκαιρη κάλυψη των αναγκών των σχολείων σε διδακτικό προσωπικό δηµιουργεί
πολλά προβλήµατα στη λειτουργία του σχολείου τα οποία αντανακλώνται ευθέως στο εκπαιδευτικό αποτέλεσµα.
Κάλυψη των ωρών διδασκαλίας που δεν πραγµατοποιούνται
Οι ώρες διδασκαλίας που για διαφόρους λόγους δεν πραγµατοποιούνται είναι υπερβολικά
πολλές. Πρέπει να καθορισθεί ελάχιστος αριθµός ωρών διδασκαλίας για να θεωρείται ένα µάθηµα διδαχθέν.
Συντήρηση-υποστήριξη των εργαστηριακών εξοπλισµών
Τα σχολικά εργαστήρια πρέπει να υποστηρίζονται από ειδικό τεχνικό προσωπικό ώστε να µπορούν οι εκπαιδευτικοί να τα χρησιµοποιούν απρόσκοπτα για τους σκοπούς τις διδασκαλίας.
Αξιοποίηση του Πανελλήνιου Σχολικού ∆ικτύου
Όλες οι σχολικές µονάδες της ∆ευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης έχουν πρόσβαση στο
Πανελλήνιο Σχολικό ∆ίκτυο. Η αξιοποίηση του όµως είναι πολύ περιορισµένη. Οι
δυνατότητες και οι υπηρεσίες που προσφέρει πρέπει να αξιοποιηθούν για την καθηµερινή υποστήριξη του εκπαιδευτικού έργου.
Υποστήριξη του θεσµού των Σχολικών Βιβλιοθηκών
12
Ο θεσµός των σχολικών βιβλιοθηκών πρέπει να ενισχυθεί και να αναπτυχθεί περαιτέρω ώστε να διευκολύνεται η αξιοποίηση τους από τους µαθητές και τους εκπαιδευτικούς. Οι σχολικές βιβλιοθήκες πρέπει να «µετατοπισθούν» στο κέντρο της µαθησιακής διαδικασίας.
Υποστήριξη των µαθητών µε χαµηλές σχολικές επιδόσεις
Η σοβαρότητα του ζητήµατος της σχολικής αποτυχίας που εκδηλώνεται κυρίως µέσω του δείκτη της σχολικής διαρροής και οι πολυδιάστατες και σοβαρές επιπτώσεις του έχουν τεκµηριωθεί και έχουν αποδειχθεί. Τα µέτρα, όµως, που έχουν εφαρµοσθεί από την πολιτεία κυρίως στην κατεύθυνση της υποστήριξης των µαθητών µε χαµηλές σχολικές επιδόσεις, πρέπει να επανεξετασθούν, να συµπληρωθούν και να ολοκληρωθούν ώστε να γίνουν περισσότερο αποτελεσµατικά. ∆εν επαρκούν τα προγράµµατα ενισχυτικής διδασκαλίας ακόµη και αν αντιµετωπισθούν τα προβλήµατα που έχουν εµφανισθεί κατά την εφαρµογή
τους. Απαιτούνται και πρέπει να ληφθούν επιπλέον µέτρα όπως. εφαρµογή κατάλληλων διδακτικών µεθόδων και κατάλληλης παιδαγωγικής στρατηγικής, ειδικοί συµβουλευτικής, σχολικοί ψυχολόγοι κ.ά. Η επιτυχής αντιµετώπιση του προβλήµατος είναι βέβαιο ότι θα συµβάλει καθοριστικά στη βελτίωση τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής αποτελεσµατικότητας του εκπαιδευτικού µας συστήµατος.
Βελτίωση του σχολικού χώρου
Οι σχολικές εγκαταστάσεις, η υλικοτεχνική υποδοµή και οι γενικότερες συνθήκες του
σχολικού περιβάλλοντος δε δηµιουργούν φιλικό προς το µαθητή και τον εκπαιδευτικό κλίµα. Μαθητές και εκπαιδευτικοί δεν αισθάνονται το σχολικό περιβάλλον σαν «δικό τους χώρο» γεγονός που δηµιουργεί πολλές και άµεσες αρνητικές επιπτώσεις στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Κατοχύρωση επαγγελµατικών δικαιωµάτων αποφοίτων ΕΠΑΛ και ΕΠΑΣ
Η έλλειψη (για τις περισσότερες ειδικότητες) νοµικού πλαισίου για τα επαγγελµατικά
δικαιώµατα των αποφοίτων της ∆ευτεροβάθµιας Επαγγελµατικής Εκπαίδευσης αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην αναβάθµιση της. Η δηµιουργία κατάλληλου και σύγχρονου νοµοθετικού πλαισίου επαγγελµατικών προσόντων και δικαιωµάτων (στις περιπτώσεις που µπορεί να υπάρξει) θα επιδράσει καταλυτικά στην ουσιαστική αναβάθµιση και την ανάπτυξη της ∆ευτεροβάθµιας Επαγγελµατικής Εκπαίδευσης.
ΣΤ. Επιµόρφωση των εκπαιδευτικών
Οι εκπαιδευτικοί αποτελούν τον πιο σηµαντικό παράγοντα για την εκπλήρωση της αποστολής του σχολείου. Η επιµόρφωση εποµένως των εκπαιδευτικών καθώς και η γενικότερη υποστήριξη τους. πρέπει να αποτελεί έργο υψίστης προτεραιότητας. Οι ανάγκες επιµόρφωσης των εκπαιδευτικών είναι πολλές και διαπιστωµένες. Τα προβλήµατα είναι επίσης πολλά. Στο πλαίσιο του έργου της Οµάδας Εργασίας δεν θα επεκταθούµε σε θέµατα οργάνωσης, περιεχοµένου, µοντέλων και µεθόδων επιµόρφωσης. Επισηµαίνουµε µε έµφαση µόνο την αναγκαιότητα.
Επισηµαίνουµε επίσης τις ιδιαίτερες και οξυµένες ανάγκες επιµόρφωσης στο χώρο της Επαγγελµατικής Εκπαίδευσης που συνδέονται, µεταξύ άλλων, µε τις µεγάλες διαφορές τόσο ως προς τις βασικές σπουδές όσο και ως προς την εργασιακή εµπειρία του εκπαιδευτικού προσωπικού.
Ζ. Παρακολούθηση – Έλεγχος - Αξιολόγηση
∆υστυχώς, ουδέποτε στο ελληνικό Εκπαιδευτικό Σύστηµα εφαρµόσθηκαν συστηµατικά και µε συνέπεια διαδικασίες έλεγχου και παρακολούθησης του τι επιτυγχάνει, τι αποτυγχάνει και για ποιο λόγο. Αν το φαινόµενο αυτό συνεχισθεί, οποιεσδήποτε ρυθµίσεις, µεταρρυθµίσεις, αλλαγές, παρεµβάσεις κλπ επιχειρηθούν στο Εκπαιδευτικό Σύστηµα, ανεξαρτήτως προθέσεων, είναι πολύ πιθανό, επιπλέον προβλήµατα και «θόρυβο» στο σύστηµα να δηµιουργήσουν παρά να οδηγήσουν σε λύσεις των προβληµάτων που επιδιώκεται να επιλυθούν. Για τη διασφάλιση εποµένως του αναµενόµενου από τις προτεινόµενες αλλαγές αποτελέσµατος, είναι απολύτως απαραίτητο να προβλεφθούν και να εφαρµοσθούν αποτελεσµατικές διαδικασίες παρακολούθησης, ελέγχου, αξιολόγησης και ανατροφοδότησης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: