Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007

Οι μαθητές, η γλώσσα και οι δάσκαλοί της

Tου Παντελη Μπουκαλα

Εχει τα όριά της κάθε έρευνα του κοινωνικού πεδίου, όσα επιστημονικά εργαλεία κι αν χρησιμοποιεί, κι όσο δουλεμένα κι αν είναι. Ως έρευνες δεν είναι, βέβαια, λογικό να εννοηθούν ούτε όσες πρόχειρες «σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης» αποσκοπούν μεθοδικά στην κατασκευή κοινών τόπων και στην εμφύτευση απόψεων ούτε τα τηλεοπτικής κατανάλωσης συμπιλήματα που σερβίρονται με την ευκαιρία κάποιας εθνικής γιορτής, οπότε η κάμερα, περιφερόμενη σε καφετέριες ή άλλα νεανικά στέκια, ελέγχει με ανοίκεια αυστηρότητα τις ιστορικές γνώσεις των εφήβων, επιλέγοντας να παρουσιάσει αποκλειστικά τις κραυγαλέα άστοχες απαντήσεις που θα κάνουν ντόρο στο δελτίο των οκτώ. Αλλά και μόνο η προσβολή που νιώθει ένας πιτσιρικάς στην ερώτηση ενός ελάχιστα μεγαλύτερού του καμερανθρώπου αν ξέρει «τι τιμούμε την 28η Οκτωβρίου ή την 25η Μαρτίου», τον ωθεί, από θυμό ή από αυτοσεβασμό, στο ψεύδος, στο κατάφωρο και προκλητικό ψεύδος. «Την 28η Οκτωβρίου; Μα, γιορτάζουμε την Επανάσταση του ’21, τι άλλο;», απαντά πειρακτικά, αφού ο πειραγμένος πειράζει κι αυτός με τη σειρά του για να πάρει πίσω το αίμα του ή το πνεύμα του. Κι ύστερα εμείς, οι μεγάλοι, παίρνουμε τοις μετρητοίς τα παγιδευτικά ευφυολογήματα και τα εσκεμμένα λάθη κι αρχίζουμε τους γόους, πάει το έθνος, πάει και το γένος μας. Και φωνάζουμε τον Θεσσαλονίκης Ανθιμο, τον επίσης Θεσσαλονίκης (αλλά και Κορώνειας) κ. Ψωμιάδη, τον κ. Καρατζαφέρη και τους λοιπούς επαγρυπνούντες εθνοφύλακες να σύρουν το μοιρολόι της ευκολίας από τηλεοράσεως.

Για τα «φτωχά ελληνικά» των μαθητών ή των Ελλήνων εν γένει, οι αξιόπιστες έρευνες είναι πολύ λιγότερες απ’ όσες θέλουν να πιστεύουν πως είναι όσοι έχουν ούτως ή άλλως αποφασίσει πως η γλώσσα μας μετράει τη ζωή που της απομένει και τη βρίσκει ελάχιστη ή πως η λεξιπενία είναι παιδική νόσος πολύ συχνότερη και από την οστρακιά ή την ανεμοβλογιά, και πάντως ανίατη.

Η έρευνα του Κέντρου Εκπαιδευτικής Ερευνας, νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου εποπτευόμενου από τον υπουργό Παιδείας, η οποία παρουσιάστηκε εκτενώς από την Ελενα Καρανάτση στην «Καθημερινή» της 10ης Νοεμβρίου 2007, δίνει λαβή για σκέψεις, όχι για αναθέματα. Τέσσερις φιλόλογοι (ιδού παρεμπιπτόντως ένα προβληματάκι, ή ούτως ειπείν «γραμματικοφυλετική ασάφεια», που δεν παρατηρείται μόνο στην ελληνική και η οποία θα διαιωνίζεται όσο θα φοβόμαστε «λαϊκούς» τύπους του είδους «φιλολογίνα»: στο «τέσσερις φιλόλογοι» το μάτι μας, έτσι έχει συνηθίσει κι έτσι έχει εκπαιδευτεί, αναγνωρίζει αμέσως τέσσερις άντρες, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για γυναίκες), τέσσερις καθηγήτριες, λοιπόν, που αποτελούν την ομάδα του ΚΕΕ για τη γλώσσα, ερεύνησαν και μελέτησαν τα γραπτά 884 μαθητών της Α΄ Λυκείου σε τριάντα λύκεια όλης της χώρας. Δίχως να καταδικάζουν τους μαθητές, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι σχολικές εκθέσεις βαρύνονται από κενά και αδυναμίες, λογικά άλματα, αντιφάσεις, ατεκμηρίωτα συμπεράσματα, άστοχη επιλογή λεξιλογίου καθώς και λάθη συντακτικά, ορθογραφικά και στίξης.

Το πώς γράφεις στα δεκάξι σου δεν προοικονομεί οπωσδήποτε το πώς θα γράφεις στα είκοσι έξι σου ή στα σαράντα σου (η γλώσσα δεν σου παραδίδεται ποτέ, όσο κι αν πασχίσεις), αλλά και δεν ισοδυναμεί υποχρεωτικά με το πώς μιλάς στα δεκαέξι σου. Μπορεί να μιλάς μια χαρά, με το χιούμορ σου, το πλούσιο λεξιλόγιό σου και τα λογοπαίγνιά σου και μπροστά στο γραπτό και την επιβλητική συνθήκη του, μπροστά στη σοβαρότητα ή τη σοβαροφάνειά του δηλαδή, να κομπιάζεις, να διστάζεις, να αναστέλλεσαι, να αυτολογοκρίνεσαι, να σβήνεις το χιούμορ σου με το μπλάνκο του καθωσπρεπισμού ή με τη γομολάστιχα του φόβου της βαθμολόγησης. Γνωστό πρόβλημα είναι αυτό, και πολύ παλιό, η μεγάλη απόσταση δηλαδή που χωρίζει τον ίδιο γλωσσικό χρήστη στην προφορική και τη γραπτή εκδοχή του. Και επειδή τη γλώσσα τη μαθαίνουμε και την κατακτούμε (όσο είναι δυνατόν) και μιλώντας και ακούγοντας (σε αυτό κυρίως το «ακούγοντας», «ακούγοντας τον δήμο ή τους πολλούς», επέμενε ο Πλάτωνας, αυτό επανέλαβε και ο Διονύσιος Σολωμός) και διαβάζοντας, το σχολείο, που του πήρε δεκαετίες να θεωρήσει ισότιμη τη δημοτική με την «απλή καθαρεύουσα», θα πρέπει κάποια στιγμή να θεωρήσει ισάξιες και ισότιμες φλέβες γλώσσας την ομιλία και τη γραφή, τον προφορικό και τον γραπτό πολιτισμό.

Πολλά έχουν να ελέγξουν και να διορθώσουν οι καθηγητές σε μια μαθητική έκθεση. Δυσκολεύομαι πάντως να συμφωνήσω με τις τέσσερις ερευνήτριες ότι συγκαταλέγεται στα «τρωτά» «η υπερβολική χρήση προσωπικού τόνου και προσωπικών βιωμάτων, όπως στο κείμενο ενός μαθητή που γράφει “ο πατέρας μου δουλεύει σε ένα ξενοδοχείο και θέλω από του χρόνου να δουλέψω κι εγώ εκεί και χωρίς έστω μια γλώσσα (αγγλικά) δεν θα τα καταφέρω”». Γιατί να κρίνεται ψεγάδι και να κοκκινίζεται ο «προσωπικός τόνος» και το «προσωπικό βίωμα;» Μιλάμε και γράφουμε απλά και εύληπτα, δίχως «λογικά άλματα» και «ατεκμηρίωτα συμπεράσματα», όταν μιλάμε και γράφουμε για πράγματα που τα νιώθουμε και τα καταλαβαίνουμε και όχι όταν γράφουμε τα «ορθά» που θέλουν να διαβάσουν οι κριτές, οπότε πρέπει να στολίσουμε με «καλολογικά στοιχεία» και «ρητά» τις μικρές μας σκέψεις (σαν να στολίζουμε έναν νεκρό, έναν ξένο)· τότε, αναγκαστικά, ψευδίζουμε και ψευδόμαστε.

Είναι αμέτρητες φορές προτιμότερο ένα μαθητικό κείμενο θερμό, με όλα τα ορθογραφικά λάθη και τους πιθανούς σολοικισμούς του, γιατί στις δικές του αράδες ελευθερώνεται και αληθεύει και το μυαλό και η ψυχή ενός παιδιού, παρά ένα κείμενο σιδερωμένο, ατσαλάκωτο, ψυχρό, με εξαναγκαστικά αφανισμένο τον προσωπικό τόνο, τον προσωπικό χαρακτήρα δηλαδή. Το απρόσωπο κείμενο, έτσι όπως σπεύδει να συμμορφωθεί στο έτοιμο και ανελαστικό σχήμα των φροντιστηριακών «εκθεσαρίων» και να αντιγράψει τη «λογική» και την τεχνική τους, μπορεί να αποφέρει περισσότερους βαθμούς, τίποτε άλλο όμως δεν μας μαθαίνει για τον μαθητή παρά ότι είναι ικανός να παπαγαλίζει και συνταγές επιτυχημένης έκθεσης εκτός από τύπους των μαθηματικών, χημικές εξισώσεις και τους αρχικούς χρόνους του τυγχάνω. Αλλά υποτίθεται ότι οφείλουμε κι εμείς οι μεγάλοι, διδάσκοντες, γονείς, γραφειοκράτες της εκπαίδευσης, να μαθαίνουμε από τον μαθητή.

Ανέφερα λίγο παραπάνω το πλατωνικό και σολωμικό «δόγμα» που ορίζει τον δήμο δάσκαλο των λέξεων, της γλώσσας, δίνοντας έτσι τεράστια αξία στην ακοή. Ο Πλάτωνας κι ο Σολωμός έζησαν βέβαια σε εποχές ενός πολιτισμού κατεξοχήν προφορικού, ενώ η δική μας εποχή πιστεύεται πως είναι του γραπτού πολιτισμού. Αν κρίνουμε πάντως από τη φοβερή ισχύ της τηλεόρασης, και κατά δεύτερο λόγο του ραδιοφώνου, είμαστε ακόμα στον αστερισμό της προφορικότητας, και μάλιστα μιας προφορικότητας στρεβλής και στρεβλωτικής που ωστόσο λειτουργεί σαν μέγας παιδαγωγός και σαν γλωσσικό παράδειγμα, υποκαθιστώντας το σχολείο. Αίφνης τα ερευνηθέντα μαθητικά κείμενα επικρίνονται επειδή τους λείπει η λογική αλληλουχία αφενός (αυτή θεωρείται η «κυριότερη ασθένειά τους»), τα επιχειρήματα αφετέρου. Με τα ίδια ακριβώς κριτήρια, τα «γραπτά» που παραδίδουν κάθε μέρα τα κανάλια, από το πρωί κι ως τα βαθιά μεσάνυχτα, θα έπρεπε να κοκκινίζονται και να μηδενίζονται, γιατί εκεί πια (στα παράθυρα και στα στρογγυλά τραπέζια των αντεγκλήσεων) το μοναδικό επιχείρημα είναι ο θόρυβος, η δε λογική αλληλουχία στους στοχασμούς των ρητόρων είναι τόσο ευδιάκριτη όσο και το Καϊμακτσαλάν από το Ρέθυμνο. Κι εδώ βέβαια πρόκειται για τα γραπτά διδάχων και ταγών, όχι για τις εκθέσεις που γράφουν τίποτε μαθητούδια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: